
Το μικροβίωμα του γυναικείου αναπαραγωγικού συστήματος
Η ραγδαία πρόοδος που έχει επιτευχθεί τα τελευταία χρόνια στον χώρο της μοριακής βιολογίας και οι εξελίξεις στις τεχνικές αλληλούχησης των μικροβιακών γονιδιωμάτων έδωσαν νέα στοιχεία για τον ρόλο των μικροβίων στην υγεία και στη νόσο. Πλήθος παθήσεων πλέον χαρακτηρίζονται από ειδικές, μοναδικές μεταβολές στη σύνθεση και λειτουργικότητα των μικροβιακών κοινοτήτων. Το σύνολο αυτών των μικροοργανισμών –ευκαρυωτικών, αρχαίων, βακτηρίων και ιών– μαζί με το γενετικό τους υλικό και το οικοσύστημα στο οποίο αλληλεπιδρούν, συνιστά το ανθρώπινο μικροβίωμα.
Η ανάπτυξη προηγμένων μεθόδων προσδιορισμού της αλληλουχίας του DNA, όπως η αλληλούχηση νέας γενεάς (NGS) και οι εξελιγμένοι βιοπληροφορικοί αλγόριθμοι, κατέστησαν δυνατή τη μελέτη των μικροβιακών πληθυσμών απευθείας από το περιβάλλον τους, χωρίς την ανάγκη καλλιέργειας. Τα νέα αυτά δεδομένα ανέτρεψαν παλιές αντιλήψεις, αποκαλύπτοντας μικροβιακές κοινότητες σε ιστούς που για δεκαετίες θεωρούνταν «στείροι».
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά παραδείγματα αυτής της ανατροπής αφορά το ενδομήτριο. Μέχρι πρόσφατα η μητρική κοιλότητα θεωρούνταν απαλλαγμένη από μικροοργανισμούς, άρα απρόσιτη σε μικροβιακές επιδράσεις. Σήμερα, χάρη στις τεχνολογίες NGS, γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι το ενδομήτριο διαθέτει ιδιαίτερο μικροβίωμα, το οποίο διαφοροποιείται σε προφίλ ανάλογα με την παρουσία ή μη των ειδών Lactobacillus. Το μικροβίωμα του ενδομητρίου χαρακτηρίζεται ως LD (Lactobacillus-dominant) όταν το γένος επικρατεί σε ποσοστό >90% και σχετίζεται με ευνοϊκό περιβάλλον για εμφύτευση. Αντίθετα, στο NLD (non-Lactobacillus-dominant) η παρουσία των Λακτοβακίλλων <90% δημιουργεί δυσβιωτικές συνθήκες, συχνά μη συμβατές με επιτυχή εμβρυομεταφορά. Εκτός των Lactobacillus, στο ενδομήτριο ανευρίσκονται γένη όπως Bifidobacterium, Gardnerella, Prevotella, Atopobium, Clostridium και Streptococcus, τα οποία όταν υπερισχύουν οδηγούν σε φλεγμονώδεις μεταβολές, αυξημένη παραγωγή IL-1β, IL-6 και TNF-α και μειωμένη πιθανότητα εμφύτευσης.
Εξίσου σημαντικό είναι ότι ένα υγιές ενδομήτριο διακρίνεται από χαμηλού βαθμού ποικιλομορφία (α-diversity). Αντίθετα, η υψηλή ποικιλομορφία συνδέεται με δυσβίωση, χρόνια ενδομητρίτιδα, αποτυχίες εμφύτευσης (RIF) και επαναλαμβανόμενες αποβολές. Σε δυσβιωτικό ενδομήτριο, ο κλινικός ιατρός καλείται να χορηγήσει στοχευμένα σχήματα αντιβιοτικών και προβιοτικών/πρεβιοτικών, ώστε να αποκατασταθεί η ισορροπία των γαλακτοβακίλλων και να βελτιωθούν οι συνθήκες εμφύτευσης.
Παράλληλα, σημαντική αναβάθμιση γνώσης έχει επέλθει και στο μικροβίωμα του κόλπου. Το κολπικό μικροβίωμα αποτελεί ένα ιδιαίτερα δυναμικό περιβάλλον, στο οποίο κυριαρχούν φυσιολογικά τα είδη Lactobacillus crispatus, L. jensenii, L. gasseri και L. iners. Τα βακτήρια αυτά αποτελούν την πρώτη γραμμή άμυνας, παράγοντας γαλακτικό οξύ και H₂O₂, σχηματίζοντας προστατευτικά biofilms και ρυθμίζοντας την οξύτητα του περιβάλλοντος. Η παρουσία και το είδος των Lactobacillus καθορίζουν όχι μόνο τη μικροβιακή σταθερότητα αλλά και την αναπαραγωγική λειτουργικότητα, αφού επηρεάζουν τη σύνθεση της τραχηλικής βλέννης και την ανοσολογική ομοιόσταση.
Πλήθος διεθνών μελετών –στις οποίες συμμετέχει και η «Ανάλυση Ιατρική»– επιβεβαιώνουν ότι η δυσβίωση του κολπικού μικροβιώματος οδηγεί σε αυξημένα ποσοστά λοιμώξεων, υποτροπιάζουσες κολπίτιδες, μεταβολή του pH και αυξημένα επίπεδα φλεγμονής. Σημαντικές ενδείξεις υποδεικνύουν επιπλέον συσχέτιση ορισμένων δυσβιωτικών προφίλ με αυξημένο κίνδυνο γυναικολογικών κακοηθειών. Ο προσδιορισμός του κολπικού μικροβιώματος παρέχει επομένως κρίσιμες πληροφορίες σχετικά με τη φλεγμονώδη επιβάρυνση του κόλπου, την ευαισθησία σε λοιμώξεις αλλά και την πιθανή προδιάθεση σε νεοπλασματικές εξελίξεις.
Το ενδομήτριο και ο κόλπος αποτελούν δύο σημεία ενός ενιαίου αναπαραγωγικού μικροβιακού άξονα, ο οποίος εκτείνεται μέσω του ενδοτραχήλου. Οι μικροβιακές μεταβολές σε μία περιοχή συχνά αντανακλώνται στην άλλη, επηρεάζοντας συνολικά την αναπαραγωγική ικανότητα, τη λειτουργικότητα του ενδομητρίου και την ανοσολογική ανοχή απέναντι στο έμβρυο. Η διερεύνηση και ο χαρακτηρισμός αυτών των μικροβιακών κοινοτήτων βασίζονται στη στοχευμένη αλληλούχηση του γονιδίου 16S rRNA, το οποίο διαθέτει σταθερές και μεταβλητές περιοχές (V1–V9) που επιτρέπουν τον ακριβή ταξινομικό προσδιορισμό των βακτηρίων από το επίπεδο φύλου έως το επίπεδο γένους. Το είδος του δείγματος είναι κολπικό επίχρισμα ή βιοψία/υγρό ενδομητρίου, τα οποία συλλέγονται με κατάλληλο πιστοποιημένο κιτ λήψης.
Η κατανόηση της μικροβιακής ισορροπίας στους ιστούς αυτούς είναι σήμερα απαραίτητη στη διερεύνηση υπογονιμότητας ανεξήγητης αιτιολογίας, υποτροπιαζουσών αποβολών, επαναλαμβανόμενων αποτυχημένων προσπαθειών IVF καθώς και γυναικολογικών φλεγμονών. Το μικροβίωμα του αναπαραγωγικού συστήματος αποτελεί πλέον έναν από τους πιο δυναμικά εξελισσόμενους τομείς της σύγχρονης αναπαραγωγικής ιατρικής.
Η «Ανάλυση Ιατρική», παρακολουθώντας συστηματικά τη διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία και αξιοποιώντας τεχνολογίες αιχμής στη μοριακή μικροβιολογία, προσφέρει ολοκληρωμένες υπηρεσίες ανάλυσης μικροβιώματος ενδομητρίου και κόλπου μέσω προηγμένων πλατφορμών αλληλούχησης νέας γενεάς. Με υψηλή αναλυτική ευαισθησία, πιστοποιημένες διαδικασίες και διεπιστημονική προσέγγιση, στοχεύουμε στη λεπτομερή αξιολόγηση της μικροβιακής ισορροπίας και στη βέλτιστη κλινική διαχείριση γυναικών με αναπαραγωγικές δυσκολίες στοχεύοντας την εξειδικευμένη κλινική καθοδήγηση και την ουσιαστική συμβολή στη λήψη θεραπευτικών αποφάσεων.
Βιβλιογραφία
- Moreno I, et al. Am J Obstet Gynecol. 2016.
- Toson B, Simon C, Moreno I. Int J Mol Sci. 2022.
- Franasiak JM, et al. Fertil Steril. 2016.
- Ravel J, et al. Nat Med. 2011.
- Baker JM, et al. Clin Microbiol Rev. 2018.
- Koedooder R, et al. Hum Reprod. 2019.
- Chen C, et al. Microbiome. 2017.
- Winters AD, et al. Reprod Sci. 2019.
- Benner M, et al. Best Pract Res Clin Obstet Gynaecol. 2018.
- Schmitt S, et al. Front Cell Infect Microbiol. 2021.


